βαΰζω

βαΰζω
Grammatical information: v.
Meaning: `bark', of dogs; of persons `revile, cry etc.' (A.).
Dialectal forms: Dor. βαΰσδω
Derivatives: Also βαυβύζω (pap.).
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: Onomatop. from βαύ βαύ (Com. adespota 1304). Cf Lat. baubor `bark', Lith. baũbti `cry', of cows etc. Schwyzer 716, W.-Hofmann s. baubor , Pok. 95.
Page in Frisk: 1,228

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βαύζω — cry pres subj act 1st sg βαύζω cry pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαΰζω — και βαγύζω (AM βαΰζω, Μ και βαγύζω, Α και βαΰσδω) 1. (για σκύλο) γαυγίζω 2. (για άνθρωπο) βρίζω, ουρλιάζω νεοελλ. κλαίω σαν μικρό παιδί αρχ. 1. θρηνώ με κραυγές κάποιον, σκούζω 2. απειλώ κεκαλυμμένα. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός ρηματικός σχηματισμός που …   Dictionary of Greek

  • βαυζόντων — βαύζω cry pres part act masc/neut gen pl βαύζω cry pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαύζει — βαύζω cry pres ind mp 2nd sg βαύζω cry pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαύζουσιν — βαύζω cry pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βαύζω cry pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαύσδει — βαύζω cry pres ind mp 2nd sg (doric) βαύζω cry pres ind act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαύζειν — βαύζω cry pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαύζοις — βαύζω cry pres opt act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαύζοντες — βαύζω cry pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαύζων — βαύζω cry pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άζω — (I) ἄζω (Α) αποξηραίνω, μαραίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ΙΕ ρ. *azd «ξηραίνω, φρύγω, στεγνώνω, από όπου *azd yo < ἄζω, με φωνητική εξέλιξη τού συμπλέγματος dy σε ζ. ΠΑΡ. αρχ. ἀζαίνω, ἀζαλέος, ἀζάνω, ἄζα*]. (II) ἄζω (Α) 1. φωνάζω α, στενάζω, θρηνώ 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.